Γράφει ο Βλάσης Αγτζίδης

Έχουν περάσει ήδη δώδεκα χρόνια από τότε που θεσπίστηκε μια επίσημη νέα επέτειος, η 19η Μαϊου, ως Ημέρα Μνήμης της γενοκτονίας των Ποντίων. Ήταν η κατάληξη ενός ριζοσπαστικού ποντιακού κινήματος που είχε εμφανιστεί στα μέσα της δεκαετίας του ’80 και είχε ως πρωτεργάτες ανθρώπους που προέρχονταν από δύο πολιτικές τάσεις διαφορετικές και αντιμαχόμενες μέχρι σήμερα: την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά και τους «Ιταλούς» του Πασόκ. Το κίνημα αυτό είχε μεγάλη επιτυχία εφόσον υιοθετήθηκε από το σύνολο του οργανωμένου ποντιακού χώρου, δηλαδή πάνω από 400 οργανώσεις στην Ελλάδα -που εκπροσωπούν περισσότερους από ένα εκατομμύριο συμπολίτες μας- και άλλες 200 στην Ευρώπη, την πρώην Σοβιετική Ένωση, ΗΠΑ-Καναδά, Αυστραλία, Αφρική. Βασικό χαρακτηριστικό του κινήματος αυτού είναι η απόλυτη αυτονομία, η δημοκρατική έκφραση της βάσης και η αυθύπαρκτη επιλογή μιας κοινωνικής ομάδας να ορίσει μόνη της τις αξίες της και τις προτεραιότητές της χωρίς τη διαμεσολάβηση ιδεολογικών και πολιτικών «προστατών».

Αναγνώριση: Από το Κοινοβούλιο έως τη «17 Νοέμβρη»

Το μεγάλο κίνημα των πολιτών, που εμφανίστηκε σε μια εποχή που οι ιστορικές συνθήκες το επέτρεπαν, κατάφερε να πετύχει την πρώτη σημαντική νίκη των πληθυσμών που προήλθαν από τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής. Οι πρόσφυγες και οι απόγονοί τους, είχαν μέχρι τότε υποστεί μια πολιτική απόλυτης ιδεολογικής αφομοίωσης στο παλαιοελλαδικό μοντέλο και καταστροφής της ιστορικής τους μνήμης. Μιας πολιτικής που προωθούσαν όλες ανεξαιρέτως οι εκδοχές της εξουσίας -όπως και της όποιας αντιπολίτευσης- εφόσον οι πρόσφυγες του ’22 βρέθηκαν για δεκαετίες εκτός συστήματος, μακριά από τη χαμένη πια πατρίδα τους, σ’ ένα άξενο τόπο, που για πολύ καιρό τους αντιμετώπιζε ως «εσωτερικό εχθρό». Η κατάσταση αυτή θα πάψει σχετικά να ισχύει μόνο όταν θα βρεθεί ο νέος «εσωτερικός εχθρός», οι κομμουνιστές.
Έτσι λοιπόν για πρώτη φορά, το 1994 όλες οι κοινοβουλευτικές πολιτικές δυνάμεις, αλλά και εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις, μέχρι και τη «17 Νοέμβρη», αποδέχονται και αναγνωρίζουν το γεγονός ότι στο χώρο της Ανατολής ο τουρκικός εθνικισμός διέπραξε γενοκτονία του ελληνικού πληθυσμού κατά την πρώτη εικοσιπενταετία του 20ου αιώνα. Δεν θα είχε καμιά σημασία η ανακήρυξη μιας νέας επετείου εάν αυτό δεν σήμαινε επί της ουσίας πλήρη ανατροπή των βασικών ιδεολογικών συνιστωσών του συστήματος –τόσο του κράτους όσο και της αντιπολίτευσής του– όπως αυτές παγιώθηκαν μετά το 1922. Μπορεί οι υπεύθυνοι των κομμάτων που ψήφισαν τη νέα επέτειο να μην κατανοούσαν τη συμβολική σημασία της ψήφου τους, όμως για μας τους ιστορικούς που ασχολούμαστε με τη συγκεκριμένη περίοδο, η εξέλιξη αυτή είχε μεγάλη αξία. Βέβαια, η συνέχεια απέδειξε ότι οι ερμηνείες και τα κυρίαρχα στερεότυπα της ελλαδικής εξουσίας –και όχι μόνο- ήταν πανίσχυρα. Έτσι ερμηνεύεται η αδυναμία κατανόησης της ιδεολογικής ανατροπής που επέφερε η αναγνώριση της 19ης του Μάη ως Ημέρας Μνήμης, η αμηχανία των μηχανισμών να ερμηνεύσουν τη σημασία των κατακτήσεων αυτών, η αντιμετώπισή τους ως ιδιότυπου λαογραφικού γεγονότος με ένα μάλλον εθνικιστικό περιεχόμενο, που καλλιεργείται από επικίνδυνα κέντρα και η προσπάθεια δαιμονοποίησης του ποντιακού κινήματος.

Τουρκικός εθνικισμός, γενοκτονίες και Ρόζα Λούξεμπουργκ

Ας δούμε όμως πολύ σύντομα πώς διαμορφώθηκαν οι ιστορικές συνθήκες που οδήγησαν στις γενοκτονίες.

Οι Έλληνες είχαν καταφέρει να αποκτήσουν ένα μικρό κρατίδιο στο Νότο της βαλκανικής χερσονήσου, στο πλέον καθυστερημένο και απομακρυσμένο από τα κέντρα του ελληνισμού χώρο. Ο κύριος όγκος των Ελλήνων θα συνεχίσει να ζει υπό οθωμανική κυριαρχία, ενώ στα μεγάλα αστικά κέντρα -Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Τραπεζούντα- οι ελληνόφωνοι ήταν αναλογικά περισσότεροι απ’ ότι στην Αθήνα το 1830 ή τη Θεσσαλονίκη το 1910.

Η ιστορική εποχή χαρακτηρίζεται από τη διαδικασία αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού και υπέρβασης των αυτοκρατορικών οθωμανικών φεουδαρχικών δομών. Σε μια κοινωνία όπου κυρίαρχο κοινωνικό στρώμα ήταν οι μουσουλμάνοι και κυρίαρχη κοινωνική συμπεριφορά ήταν η θρησκευτική απαξίωση των χριστιανών και των εβραίων, οι περιφρονημένοι τομείς της αναδυόμενης νέας καπιταλιστικής οικονομίας θα αποτελέσουν διέξοδο για τους περιφρονημένους λαούς της Αυτοκρατορίας. Οι Έλληνες, οι Αρμένιοι και οι Εβραίοι, μετά τη σχετική απόδοση δικαιωμάτων με το Χάτι Χουμαγιούν (1856) θα συγκροτήσουν το κύριο τμήμα της νεοδημιουργημένης οθωμανικής αστικής τάξης. Έτσι, τα αστικά στρώματα των υπόδουλων λαών θα αποτελέσουν την αντικειμενική κοινωνική δύναμη που θα κληθεί να οδηγήσει την φεουδαρχική κοινωνία στον αστικοδημοκρατικό μετασχηματισμό.

Για τους υπόδουλους Έλληνες και Αρμένιους η μόνη ανεκτή προοπτική θα μπορούσε να είναι η απόδοση ισονομίας και ισοπολιτείας από την οθωμανική διοίκηση. Όμως η Ιστορία θα επιβάλλει την αντίθετη πορεία.

Η μοιραία πολιτική δύναμη που θα αναλάβει βίαια την πολιτική διαχείριση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα είναι οι Νεότουρκοι, οι οποίοι θα καταλάβουν με πραξικόπημα την εξουσία το 1908. Με την πράξη τους αυτή θέτουν ουσιαστικά τέλος σε μια μακραίωνη περίοδο οθωμανικής παράδοσης, που συγκροτούσε ένα πολυεθνικό μουσουλμανικό κράτος με κύρια έμφαση στην θρησκευτική επιλογή. Εφεξής, για τους Τούρκους εθνικιστές το αίτημα θα είναι η κυριαρχία της εθνικιστικής τουρκικής εκδοχής, τόσο κατά των χριστιανικών κοινοτήτων (Ελλήνων, Αρμενίων, Ασυροχαλδαίων και Αράβων), όσο και κατά των πολυεθνοτικών και πολύγλωσσων μουσουλμανικών μαζών. Στην περίπτωση αυτή, μια ομάδα φανατικών στρατιωτικών θα επιχειρήσει να εξοντώσει τα εκατομμύρια των χριστιανών με μια επίσημη απόφαση που θα λάβει το κόμμα τους τον Οκτώβριο του 1911. Την κατάσταση αυτή, τις αντιθέσεις αλλά και τις υποχρεώσεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος θα επεξεργαστεί η Ρόζα Λούξεμπουργκ σε κάποια εκπληκτικά για τη διορατικότητά τους κείμενα. Στη μπροσούρα της με τίτλο «Οι αγώνες στη Τουρκία και η σοσιαλδημοκρατία» γράφει: «Η Τουρκία δεν μπορεί να αναγεννηθεί σαν σύνολο γιατί αποτελείται από διαφορετικές χώρες. Κανένα υλικό συμφέρον, καμιά κοινή εξέλιξη που θα μπορούσε να τις συνδέσει δεν είχε δημιουργηθεί! Αντίθετα, η καταπίεση και η αθλιότητα της κοινής υπαγωγής στο τουρκικό κράτος γίνονται όλο και μεγαλύτερες! Έτσι δημιουργήθηκε μια φυσική τάση των διαφόρων εθνοτήτων να αποσπασθούν από το σύνολο και να αναζητήσουν μέσα από μια αυτόνομη ύπαρξη το δρόμο για μια καλύτερη κοινωνική εξέλιξη. Η κρίση της Ιστορίας για την Τουρκία είχε πια βγει: βάδιζε προς την διάλυση».

Σε ταξικό επίπεδο η σύγκρουση θα είναι μεταξύ των προοδευτικών αστικών στρωμάτων των χριστιανικών, κυρίως, λαών και των εθνικιστών στρατιωτικών. Γνωρίζει πολύ καλά η Λούξεμπουργκ τη ταξική αυτή διαφοροποίηση, όταν καλεί το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα να στηρίξει τα χριστιανικά κινήματα της Αυτοκρατορίας. Γι΄ αυτό θα γράψει: «…Η σημερινή μας θέση στο Ανατολικό Ζήτημα είναι να αποδεχτούμε τη διαδικασία διάλυσης της Τουρκίας ως μια υπαρκτή πραγματικότητα και να μην κάνουμε σκέψη ότι θα μπορούσε ή θα έπρεπε κανείς να τη σταματήσει και να εκδηλώσουμε στους αγώνες για αυτοδιάθεση των χριστιανικών εθνών την απεριόριστη συμπαράστασή μας.»

Η χρυσή ευκαιρία για τον τουρκικό εθνικισμό θα δοθεί την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν σε συνεργασία με το γερμανικό ιμπεριαλισμό θα προσπαθήσει να υλοποιήσει της ειλημμένες του αποφάσεις. Από το 1914 θα αρχίσουν οι εθνικές εκκαθαρίσεις κατά των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης και της Ιωνίας αρχικά και θα συνεχιστούν κατά των Αρμενίων με τη γενοκτονία –που είναι και η μόνη ευρύτερα γνωστή πράξη του γενικευμένου παντουρκιστικού σεναρίου. Από το 1916 η γενοκτονία θα συμπεριλάβει και τους ελληνικούς πληθυσμούς στη βόρεια Μικρά Ασία, τον Πόντο. Οι Πόντιοι παράλληλα θα εκφράσουν την αντίστασή τους με τη συγκρότηση ενός αυθόρμητου και ελάχιστα κεντρικά καθοδηγημένου ένοπλου επαναστατικού κινήματος, του ποντιακού αντάρτικου. Αργότερα ο Σοβιετικός ιστορικός Νόβιτσεφ θα το χαρακτηρίσει ως «επαναστατικό αγροτικό κίνημα». Να σημειωθεί ότι η επαναστατική παράδοση θα χαρακτηρίσει και τους αγροτικούς πληθυσμούς στο βόρειο Εύξεινο Πόντο, όπου οι Έλληνες της Μαριούπολης θα πλαισιώσουν και θα αγωνιστούν στο πλαίσιο του Μαχνοβίτικου αναρχικού αγροτικού κινήματος.

Γενικά ο τουρκικός εθνικισμός θα φανεί ιδιαίτερα επιτυχημένος στις επιλογές του, καταφέρνοντας με μια φρενήρη ρατσιστική πορεία να εξοντώσει τις κοινότητες που θεωρούσε εν δυνάμει επικίνδυνες. Η τελική πράξη του δράματος θα «παιχθεί» στη «γκιαούρ Ιζμίρ», την «άπιστη Σμύρνη» το Σεπτέμβριο του ’22, όταν τα στρατεύματα του Μουσταφά Κεμάλ Πασά -που οι Τούρκοι εθνικιστές θα του προσδώσουν το χαρακτηρισμό Ατατούρκ, δηλαδή «γεννήτορα των Τούρκων»- θα εξοντώσουν με έναν απίστευτο τρόπο για τη σύγχρονη Ιστορία το χριστιανικό πληθυσμό (Έλληνες και Αρμενίους). Πρέπει να σημειωθεί ότι τους προς εξόντωση πληθυσμούς, συνειδητά εγκατέλειψαν στο έλεος των κεμαλικών οι ελληνικές αρχές κατοχής μετά από εντολή του πρωθυπουργού Δημητρίου Γούναρη «για να μη δημιουργηθεί προσφυγικό ζήτημα στην Ελλάδα».

Λένιν, Κεμάλ και παλαιοελλαδική Αριστερά

Η μόνη σοβαρή παραγωγή της Αριστεράς για τις ταξικές συγκρούσεις στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας -εκτός από τις θέσεις της Ρόζας Λούξεμπουργκ- είναι τα κείμενα των Γεωργίου Σκληρού («Το ζήτημα της Ανατολής») και Δημήτρη Γληνού («Η τουρκική μεταπολίτευσις»). Το εντυπωσιακό με την παλαιοελλαδική Αριστερά (1) είναι ότι συγκρότησε άποψη, και πάνω απ’ όλα πολιτική παρέμβαση, αγνοώντας αυτές τις βασικές αναλύσεις. Αυτό την οδήγησε στην κρίσιμη ιστορική καμπή του μετασχηματισμού της πολυεθνικής Αυτοκρατορίας σε έθνη-κράτη, σε συμπαράταξη και συμμαχία με το κεμαλικό τουρκικό εθνικιστικό κίνημα.

Βέβαια, το ιστορικό πλαίσιο της εποχής ευνοούσε την προσέγγιση αυτή. Η γραμμή του Λένιν είχε επιβληθεί βιαίως επί της Αριστεράς των μπολσεβίκων και του υπόλοιπου επαναστατικού κινήματος. Χαρακτηριστική είναι η πρώιμη πραξικοπηματική επιβολή του Λένιν επί της αριστεράς της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματός του -καθώς και όλης της Αριστεράς συμπεριλαμβανομένων των αναρχικών που υποστήριζαν τη συνέχιση και τη μετατροπή του πολέμου σε επαναστατικό- που θα οδηγήσει στη μειοδοτική Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ. Λίγο καιρό μετά θα κατασταλεί βιαίως το αυθεντικό κίνημα των ναυτών της Κροστάνδης και θα επιβληθεί το μονοκομματικό καθεστώς. Εκεί θα τελειώσει η δημοκρατία των Σοβιέτ. Εγκαίρως η Ρόζα Λούξεμπουργκ διέγνωσε «τον υπερσυγκεντρωτισμό», που μοιάζει με το «στείρο πνεύμα του νυχτοφύλακα» και διαπίστωσε: «…Υπάρχει στο βάθος μια κυβέρνηση κλίκας, μια δικτατορία είναι αλήθεια… η δικτατορία μιας χούφτας πολιτικών.»

Στο πλαίσιο αυτό και με οδηγό τη ρέαλ πολιτίκ ο Λένιν θα επιλέξει τη συμμαχία με το κεμαλικό εθνικιστικό κίνημα. Σημαντική παράμετρος που θα συμβάλλει στη συγκεκριμένη πολιτική επιλογή θα είναι και η συμμαχία με τους παντουρκιστές της Κεντρικής Ασίας, για τους οποίους η υπεράσπιση της νεοτουρκικής Αυτοκρατορίας υπήρξε βασική απαίτηση.

Η τραγωδία για την παλαιοελλαδική Αριστερά θα είναι ότι η κυνική εξωτερική πολιτική του σοβιετικού κράτους θα μετατραπεί σε ιδεολόγημα και κατ’ επέκταση σε πολιτική πράξη, τη στιγμή του κοσμοϊστορικού μετασχηματισμού. Δηλαδή, όταν οι εργάτες και οι αγρότες από τον Πόντο θα υποχρεώνονται από τα κεμαλικά άτακτα στρατεύματα να βαδίσουν τις πορείες θανάτου, κάποιοι –στο όνομα της διεθνιστικής αλληλεγγύης- θα κάνουν «απεργία πολέμου» ή θα βοηθούν έμπρακτα τα τουρκικά στρατεύματα στο μέτωπο. Θα συμπαραστέκονται έτσι συνειδητά στην πιο αντιδραστική πολιτική δύναμη που είχε εμφανιστεί στο χώρο, τους Τούρκους εθνικιστές και τις ομάδες θανάτου των νεοτούρκων. Γιατί, δυστυχώς για όσους πιστεύουν ότι το κεμαλικό κίνημα υπήρξε αντιαποικιακό και αντιιμπεριαλιστικό, αυτοί που εκτέλεσαν τη σφαγή των χριστιανικών πληθυσμών στο πλαίσιο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου θα αποτελέσουν τον πυρήνα του κεμαλικού στρατού. Οι παρακρατικές ομάδες της Teskilat-I Mahsusa του νεοτουρκικού κομιτάτου, που βαρύνονταν για την πρώτη φάση της γενοκτονίας κατά των Ελλήνων και των Αρμενίων, θα πλαισιώσουν τον Μουσταφά Κεμάλ και θα ολοκληρώσουν το έργο τους με αποκορύφωμα τη δολοφονία του χριστιανικού πληθυσμού της Σμύρνης το Σεπτέμβρη του ’22 και την πυρπόληση της πόλης.

Το δικό μου συμπέρασμα είναι ότι η συγκεκριμένη εκδοχή της Αριστεράς εκείνης της εποχής εξέφρασε, με ένα ιδεοληπτικό τρόπο, τα συμφέροντα των παλαιοελλαδικών πληθυσμών –όχι κατ’ ανάγκην προλεταριακών- τα οποία βρίσκονταν σε ευθεία αντίθεση με τα συμφέροντα των εργατικών και αγροτικών χριστιανικών μαζών της Ανατολής (Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυροχαλδαίων). Σε συμβολικό επίπεδο, αυτή η έκφραση θα κωδικοποιηθεί στην αντιμικρασιατική, αντιπολεμική βασιλοκομμουνιστική συμμαχία του 1919-1920. Η γνώμη μου είναι ότι ακριβώς αυτή η παράδοση ευθύνεται για τη σύγχρονη αμηχανία μπροστά στο ποντιακό κίνημα.

Εν κατακλείδι

ομογενοποίησης εξόντωσε συνειδητά τους τοπικούς πολιτισμούς.
Οι προσπάθειες των Ποντίων για καταξίωση της ιστορικής τους εμπειρίας είναι μια απόπειρα ενός μικρασιατικού πληθυσμού να παρέμβει στη διαδικασία διαμόρφωσης της συλλογικής μας μνήμης και να τη διευρύνει. Εκφράζουν την αντίσταση απέναντι στη συνομωσία σιωπής που καλλιέργησε η εξουσία και ανοίγουν το διάλογο για συζήτηση επί των συνθηκών που διαμόρφωσαν τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Επί πλέον η συζήτηση για τη γενοκτονία συναντά τις ευρύτερες ευαισθησίες για τα δικαιώματα των κοινοτήτων που καταπατώνται από σκληρές εξουσίες. Η γενοκτονία των Ποντίων, όπως και των υπόλοιπων Μικρασιατών, των Αρμενίων και των Ασσυροχαλδαίων στην Τουρκία, βρίσκονται στην ίδια κατηγορία με τη γενοκτονία των Εβραίων από τους Ναζί, των ιθαγενών στην Βόρεια Αμερική και στην Αυστραλία από τους Αγγλοσάξωνες, των Λατινοαμερικανικών λαών από τους Ισπανούς, των μουσουλμάνων του Καυκάσου από τους Ρώσους.

Όσον αφορά την Αριστερά, ανοίγουν το διάλογο για να συζητηθούν επιτέλους οι γενέθλιες συνθήκες που οδήγησαν το παλαιοελλαδικό κομμάτι της να απορρίψει τις εκτιμήσεις της Λουξεμπουργκ, του Γληνού και του Σκληρού και να πορευτεί εν τέλει, με ένα τρόπο απίστευτης αλλοτρίωσης, στον αντίθετο δρόμο. Να κατανοήσει γιατί το ΣΕΚΕ περιορίστηκε σε προσπάθειες κατοχύρωσης της «μικράς πλην εντίμου Ελλάδος» σε ένα –ακατανόητο για τα σημερινά δεδομένα- βασιλοκομμουνιστικό αντιμικρασιατικό και αντιπολεμικό μέτωπο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και η «αριστερή» φράξια του υπό τον Παντελή Πουλιόπουλο να οργανώσει στο μικρασιατικό μέτωπο τους Αντιπολεμικούς Πυρήνες, οι οποίοι θα συνεργαστούν με τον τουρκικό εθνικιστικό στρατό και τη σοβιετική αποστολή που βοηθούσε τους κεμαλικούς.

Παράλληλα, η σημερινή Αριστερά καλείται να κατανοήσει ότι οι προσπάθειες των Ποντίων συμβαδίζουν με τις ουμανιστικές θεωρήσεις, εφόσον θέτουν τέλος σε μια περίοδο συγκάλυψης μιας μεγάλης γενοκτονίας ενός λαού μόνο και μόνο γιατί δεν «χωρούσε» στην πολιτική και κοινωνική αντίληψη του ακραίου εθνικισμού των Τούρκων στρατιωτικών. Ο προοδευτικός χαρακτήρας του ποντιακού κινήματος φαίνεται και από το γεγονός ότι μέχρι σήμερα, είκοσι χρόνια αφότου ξεκίνησε, οι μόνες ιδεολογικές αναλύσεις και σφοδρότατες πολιτικές συγκρούσεις παραμένουν μεταξύ αυτών που προέρχονται από την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά και τους «Ιταλούς».

Θα ήταν τραγικό εάν με απίστευτη ελαφρότητα εκχωρούσε ένα αγωνιστικό κίνημα στην αντίδραση, αντί να το αξιοποιήσει θετικά με ένα ιδεολογικό και κινηματικό διάλογο. Και η τραγωδία θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη εάν η σημερινή Αριστερά, που στοχεύει να εκφράσει το σύνολο των κατοίκων της Ελλάδας δε λάβει υπόψη ότι η παλαιοελλαδική εκτίμηση δεν είναι πλέον παραγωγική. Ότι θα πρέπει να ενσωματώσει –τουλάχιστον να ανεχτεί- και τις παράλληλες ερμηνείες.

Η εμφάνιση επίσης του διεκδικητικού ποντιακού κινήματος, ίσως υποχρεώσει τη σημερινή Αριστερά να διευρύνει τους γνωστικούς της ορίζοντες ανακαλύπτοντας την κρυμμένη γνώση της Λούξεμπουργκ και των άλλων μαρξιστών για το Ανατολικό Ζήτημα και αξιοποιώντας τη σύγχρονη επιστημονική παραγωγή Τούρκων αριστερών, αλλά αντικεμαλικών, ιστορικών όπως ο Taner Aksam, ο Hamit Bozarslan κ.ά.

Παράλληλα, θα πρέπει να αντιμετωπίσει ζητήματα που αναφύονται σήμερα, όπως η ύπαρξη ελληνόφωνων Αριστερών αγωνιστών στη βόρεια Τουρκία, που επιδιώκουν να συνδεθούν με το ελλαδικό αριστερό κίνημα και η επανεμφάνιση του νέου προσφυγικού προβλήματος των δεκάδων χιλιάδων ομογενών που κατέφυγαν στην Ελλάδα μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης (2).

Καλείται επίσης να αντιληφθεί τη σημασία και να υιοθετήσει προσπάθειες πολιτιστικές, όπως η ανάπτυξη μιας λογοτεχνίας στην ποντιακή διάλεκτο που επιχειρείται τελευταία. Γιατί οι προσπάθειες αυτές, εκτός από την ένταξή τους σε ένα νέο ρομαντικό κίνημα, όπως αυτό της αντι-παγκοσμιοποίησης, σημαίνουν και ουσιαστική κριτική στο πολιτιστικό εθνικιστικό μοντέλο, το οποίο στο όνομα της ομογενοποίησης εξόντωσε συνειδητά τους τοπικούς πολιτισμούς.

(1) Η χρήση του όρου «παλαιοελλαδική Αριστερά» γίνεται, γιατί στο κείμενο αυτό ενυπάρχει η παραδοχή ότι το συγκεκριμένο πολιτικό μόρφωμα δεν εξέφραζε τα ελληνικά προλεταριακά στρώματα της Ανατολής, τα οποία ζούσαν και πάλευαν μέσα στη διαδικασία μετασχηματισμού της Αυτοκρατορίας. Συνολικά οι χριστιανοί προλετάριοι και αγρότες (Έλληνες, Αρμένιοι, Ασσυροχαλδαίοι) είχαν βρεθεί από το 1914 στο στόχαστρο της ρατσιστικής βίας του τουρκικού εθνικισμού, που αργότερα θα εκφραστεί και με τον κεμαλισμό. Η συγκεκριμένη ιστορική εξέλιξη δεν επέτρεψε τους Έλληνες της Ανατολής να συγκροτήσουν αυτόνομη έκφραση και να διατυπώσουν το δικό τους λόγο. Πιθανόν, εάν δεν είχε ηττηθεί ο Δημοκρατικός Στρατός, να ζούσαμε αυτή την έκφραση, εφόσον η εμφύλια σύγκρουση σε μεγάλο βαθμό υπήρξε και αντανάκλαση της σφοδρής σύγκρουσης ντόπιων και προσφύγων. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ηγέτες της Αριστεράς εκείνη της εποχή ήταν ένας Πόντιος (Βαφειάδης) και ένας Μικρασιάτης (Ζαχαριάδης), ενώ στον κυβερνητικό στρατό το σύνολο της ηγεσίας ήταν Μωραϊτες και Ρουμελιώτες.

(2) Σημαντικά κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα –εκτός των ιστορικών, όπως οι σταλινικές διώξεις κατά των μειονοτήτων, συμπεριλαμβανομενων και των Ελλήνων- που σχετίζονται με το ποντιακό ζήτημα και απαιτούν την άμεση ενεργοποίηση είναι:

-Οι ελληνόφωνοι στη βόρεια Τουρκία. Η ύπαρξη μεγάλων πληθυσμών ελληνόφωνων μουσουλμάνων στη βόρεια Τουρκία και η εμφάνιση τάσεων σε τμήματα της ελληνόφωνης αριστερής διανόησης που επιζητούν την υπεράσπιση του ελληνόφωνου πολιτισμού ενάντια στις ρατσιστικές και αφομοιωτικές πολιτικές της κεντρικής εξουσίας, φέρνουν στην επιφάνεια το έλλειμμα που υπάρχει στους κόλπους της νεοελληνικής Αριστεράς. Οι αριστεροί ελληνόφωνοι διανοούμενοι της Τουρκίας, δυστυχώς δεν έχουν συνομιλητές και συμπαραστάτες στην Ελλάδα.

-Οι νεοπρόσφυγες από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Περισσότεροι από 200.000 άνθρωποι, Έλληνες στην καταγωγή, μετακινήθηκαν προς τα Νότια Βαλκάνια (Ελλάδα) μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Λόγοι, ιστορικοί, πολιτισμικοί και οικονομικοί οδήγησαν τις μάζες αυτές των ομογενών στην άξενη «μητέρα-πατρίδα». Η Ελλάδα, χωρίς να το πολυπάρει είδηση, έζησε ένα νέο, μικρό ’22 και φέρθηκε προς τους νέους πρόσφυγες μ’ έναν απελπιστικά πανομοιότυπο τρόπο.